Το Υπερταμείο μετονομάζεται «Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο»
Τη νέα στρατηγική ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας παρουσίασε ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Τη μετονομασία του Υπερταμείου σε Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, σηματοδοτώντας μια αλλαγή σελίδας για την ελληνική οικονομία.
Όπως τόνισε, μιλώντας στο Growth fund Investor Summit 2026, η απόφαση αυτή φέρει τόσο ουσιαστικό, όσο και ισχυρά συμβολικό χαρακτήρα καθώς το Υπερταμείο, το οποίο δημιουργήθηκε σε μια περίοδο κρίσης, πλέον αφήνει οριστικά πίσω του αυτό το παρελθόν, όπως έχει κάνει και η ελληνική οικονομία.
Ο νέος ρόλος του Εθνικού Αναπτυξιακού Ταμείου είναι η μετατροπή της δημόσιας περιουσίας σε παραγωγικό κεφάλαιο και η κινητοποίηση – επιτάχυνση επενδύσεων, προκειμένου να λειτουργήσει ως μοχλός μακροπρόθεσμης ανάπτυξης για τη χώρα.
Το Ταμείο διαχειρίζεται σήμερα περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 12,3 δισεκατομμυρίων ευρώ.
● Διαθέτει χαρτοφυλάκιο 23 θυγατρικών και συμμετοχών, παρουσία σε 11 στρατηγικούς τομείς και απασχολεί περισσότερους από 25.000 εργαζομένους.
● Οι επενδύσεις του εκτείνονται σε κρίσιμες εθνικές υποδομές όπως η ενέργεια και οι μεταφορές.
Στην ομιλία του, ο υπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει ξεφύγει από τη στενή διαχείριση κρίσεων και έχει ανακτήσει πλήρως την αξιοπιστία της και την επενδυτική βαθμίδα. Η χώρα αναπτύσσεται με ρυθμό 2%, αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη ραγδαία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η οποία καταγράφεται ως η ταχύτερη στον κόσμο. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το χρέος αναμένεται να μειωθεί στο 119% του ΑΕΠ το 2029 από 154,2% που βρισκόταν το 2024. Ενδεικτικό της ισχυρής δημοσιονομικής πορείας είναι η νέα πρόωρη αποπληρωμή δανείων του πρώτου μνημονίου ύψους 6,94 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η κίνηση αυτή εξασφαλίζει στο ελληνικό κράτος ετήσια εξοικονόμηση άνω των 200 εκατομμυρίων ευρώ σε τόκους.
Όπως σημείωσε, η πρωτοβουλία «Invest 10» αποτελεί έναν μηχανισμό στρατηγικής εστίασης κεφαλαίων με το βλέμμα στην επόμενη δεκαετία. Σε συνεργασία με την McKinsey, το Υπουργείο Οικονομίας και το Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο χαρτογραφούν τους τομείς που θα λειτουργήσουν ως αναπτυξιακοί πολλαπλασιαστές. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε δύο πυλώνες.
● Νέα οικονομία: Επενδύσεις σε τεχνητή νοημοσύνη, ημιαγωγούς, datacenters, ψηφιακές υποδομές και νεοφυείς επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας.
● Παραδοσιακά πλεονεκτήματα: Ενίσχυση σε υποδομές, ενέργεια, logistics, αγροδιατροφή, ιατρικό τουρισμό και την οικονομία της μακροζωίας (Economy of Longevity).
Η πρωτοβουλία αυτή ανταποκρίνεται στην ανάγκη μετάβασης από την παθητική προσέλκυση επενδύσεων στη στοχευμένη αναπτυξιακή στρατηγική.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης τόνισε ότι η αύξηση του ΑΕΠ αν και κρίσιμος δείκτης, δεν αποτελεί τον αυτοσκοπό της πολιτικής. Όπως υπογράμμισε, ο τελικός σκοπός είναι η ουσιαστική βελτίωση της ζωής των πολιτών. Η ανάπτυξη πρέπει να μεταφράζεται σε καλύτερους μισθούς, περισσότερες ευκαιρίες, ισχυρότερο κοινωνικό κράτος και δίκαιη κατανομή των ευκαιριών, διασφαλίζοντας την απαραίτητη κοινωνική συνοχή.
Τέλος ο υπουργός ανέφερε ότι «η ώρα είναι τώρα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει. Οφείλει να επενδύσει, να επιταχύνει, να τολμήσει. Να αφαιρέσει το φόβο από την εξίσωσή του μέλλοντος. Να διαγράψει από το συλλογικό της λεξιλόγιο το “δεν” από το “δεν γίνεται”».
Σταματά τις αποεπενδύσεις και ξεκινά τις επενδύσεις
Το Υπερταμείο φαίνεται ότι έχει ολοκληρώσει τον πρώτο στόχο του που ήταν οι ιδιωτικοποιήσεις πολλών assets του Δημοσίου τομέα και πλέον προχωρά στον δεύτερο στόχο που είναι η ποιοτική και παραγωγική δραστηριοποίηση προκειμένου να αυξηθούν οι επενδύσεις στην Ελλάδα, να προχωρήσει ο τεχνολογικός μετασχηματισμός και η είσοδος στη νέα εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης και κυρίως να μειωθεί το επενδυτικό κενό στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπολοιπες χώρες της Ε.Ε.
Σταματούν οι πωλήσεις, προχωρούν οι επενδύσεις
Ο διευθύνων σύμβουλος του Υπερταμείου Γιάννης Παπαχρήστου ανέφερε ότι το Υπερταμείο πλέον έχει σταματήσει τις αποεπενδύσεις και έχει ξεκινήσει τις επενδύσεις, με έμφαση στις νέες τεχνολογίες. Απαιτούνται επιπλέον επενδύσεις, ύψους 15 δισ. ευρώ ετησίως απαιτούνται μέχρι το 2030 προκειμένου η χώρα να κλείσει το επενδυτικό κενό με την Ευρώπη και να αυξήσει την παραγωγικότητά της.
Ο ίδιος αναφέρθηκε στη δημιουργία των τεσσάρων πρωτοβουλιών ενίσχυσης της καινοτομίας στη χώρα μας όπως είναι το «Ελληνικό Ταμείο Καινοτομίας και Υποδομών (HIIF)», το οποίο βρίσκεται πλέον σε πλήρη λειτουργία και σήμερα προωθεί τουλάχιστον τρεις επενδύσεις. Η πρώτη μάλιστα αναμένεται ν’ ανακοινωθεί σύντομα και εντοπίζεται στον τομέα της ψηφιακής τεχνολογίας.
Απαιτουνται να φτάσουν στο 23-25% του ΑΕΠ οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου
Σύμφωνα με τον Marc Canal, Senior Fellow του McKinsey Institute η χώρα χρειάζεται ο ακαθάριστος σχηματισμός του παγίου κεφαλαίου (ΑΣΠΚ) να φτάσει στο 23% έως 25% του ΑΕΠ τα επόμενα 4 χρόνια, εφόσον θέλει να κλείσει το επενδυτικό κενό με την υπόλοιπη Ενωμένη Ευρώπη.
Αν συμβεί αυτό, τότε η χώρα μας θ’ αυξήσει σημαντικά την παραγωγικότητα η οποία σήμερα είναι στο 51% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η χώρα έχει μείνει ουραγός, πίσω από τους άμεσους ανταγωνιστές της όπως είναι η Πορτογαλία, η παραγωγικότητα της οποίας είναι στο 62% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, της Ισπανίας, που είναι 89% και της Ιταλίας στο 90%.
Οι τρεις τελευταίες χώρες πετυχαίνουν αυτή περίοδο επενδύσεις (ΑΣΠΚ) 21% έως 23%, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρώπη φτάνει το 22% έως 23%. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Mark Canal, πρέπει να ξεπεράσει αυτά τα όρια, δεδομένου ότι στο παρελθόν έχει χάσει έδαφος, ειδικά στα χρόνια της κρίσης.
Οι επενδύσεις στην Ελλάδα σήμερα αντιστοιχούν στο 17% ή σε περίπου 42,5 δισ. ευρώ το 2025. Για να επιτευχθεί ο στόχος της σύγκλισης της επενδύσεων και της αύξησης της παραγωγικότητας θα πρέπει οι επενδύσεις αυτές να φτάσουν ή και να ξεπεράσουν τα 60 δισ. ευρώ.
O Νίκος Σταθόπουλος της BC Partner (βρετανικό private equity) με σημαντική παρουσία στην Ελλάδα, δήλωσε ότι καταγράφεται μεταστροφή του ενδιαφέροντος των διεθνών επενδυτών προς την Ευρώπη. Η ήπειρος έχει επανέλθει στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος, καθώς πολλοί επενδυτές τη θεωρούν πλέον πιο ελκυστική σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα και οι κίνδυνοι που απορρέουν από τις εξελίξεις στις ΗΠΑ οδηγούν μέρος των διεθνών κεφαλαίων να αναζητούν εναλλακτικούς προορισμούς. Το 2025 περίπου 32.000 εταιρείες, συνολικής αξίας άνω των 3,5 τρισ. δολαρίων, βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια για να πωληθούν.
Παράλληλα, η αγορά ιδιωτικών κεφαλαίων βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σημαντική πρόκληση. Όπως είπε ο επικεφαλής της BC Partners, περίπου 4 τρισ. δολάρια παραμένουν αδιάθετα προς επένδυση διεθνώς, ενώ η βασική δουλειά των επενδυτικών κεφαλαίων δεν είναι μόνο να επενδύουν αλλά και να αποεπενδύουν με επιτυχία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, το 2025 περίπου 32.000 εταιρείες, συνολικής αξίας άνω των 3,5 τρισ. δολαρίων, βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια επενδυτικών κεφαλαίων και αναμένουν την κατάλληλη στιγμή για να πωληθούν.